Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…

Μια και πολύ λόγος για τα θέλω μας, θυμήθηκα έναν πολύ όμορφο μονόλογο της Sarah Kane από το «Λαχταρώ».

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και
να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,

Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,

Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,

Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,

Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής, Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο, Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω, Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι, Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,

Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Δημοσιεύθηκε στο: on Νοεμβρίου 16, 2006 at 5:14 πμ Σχόλια (10)

Δύο συναντήσεις που έκαναν τη διαφορά

Αυτή τη φορά το σεμινάριο είχε δύο διαδοχικές συναντήσεις, δυο συνεχόμενες Παρασκευές.

Προς το τέλος της προηγούμενης συνάντησης μας ζητήθηκε να καταγράψουμε τα «θέλω» μας. Η διαδικασία, στο άκουσμά της με γύρισε πολλά χρόνια πίσω, 9 συγκεκριμένα, όταν στα 16 μου είχα ξανακάνει την ίδια διαδικασία, κατά τη διάρκεια μιας οργισμένης εφηβείας. Μέσα στο χαμό δε μπόρεσα να βρω το χαρτί που τα είχα καταγράψει τότε, εκείνο που θυμάμαι ήταν ότι συνοδευόταν από ένα άλλο που έλεγε «μπορώ να κάνω αυτό ‘θέλω’ μου πραγματικότητα;» ή «μπορείς εσύ να μου το κάνεις πραγματικότητα;». Η διαφορά στα «θέλω» που κατέγραψα αυτή τη φορά είναι ότι το αν θα πραγματοποιηθούν εξαρτάται αποκλειστικά από εμένα. Στη συνέχεια ζωγραφίσαμε έναν κύκλο και μέσα σε αυτόν τοποθετήσαμε τα 6 πιο σημαντικά «θέλω» μας, δίνοντας σε καθένα από αυτά το χώρο που θεωρούσαμε πως τους αξίζει. Προσπάθησα να τα τοποθετήσω σκεπτόμενη το πόσο θα με γέμιζε η επίτευξη του καθενός από αυτά, με αποτέλεσμα τα «θέλω» της οικογένειας και της επαγγελματικής ικανοποίησης (με την έννοια του να είναι τελικά το αποτέλεσμα αυτό που νομίζω πως θα είναι) να καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο χώρο. Όμως αν το κάθε ένα από τα 4 μικρότερα «θέλω» μείνουν απραγματοποίητα μάλλον τα κενά θα είναι και πάλι μεγάλα.

Στη διάρκεια της εβδομάδας σκέφτηκα κι άλλα πολλά πράγματα που θέλω, άλλα τα πρόσθεσα στο χαρτί μου κι άλλα όχι. Ερχόμενη στη δεύτερη συνάντηση, ένιωθα πολύ μεγάλη προσμονή για το τι θα ακολουθήσει. Και να τι συνέβη. Πήραμε ξανά τη ζωγραφιά μας και φτιάξαμε σε κάθε ένα «θέλω» ένα σύμβολο που θα το αντιπροσώπευε. Το κάθε «θέλω» ουσιαστικά ήταν ένας υπο-εαυτός μας που επιθυμεί κάτι και μας σπρώχνει προς αυτή την κατεύθυνση. Κληθήκαμε λοιπόν να δώσουμε στον κάθε υπο-εαυτό ένα όνομα, μια περιγραφή και μετά οι υπόλοιποι υπο-εαυτοί μας, έδιναν κι ένα παρατσούκλι. Επηρεασμένη από το σεμινάριο από τότε που μιλήσαμε για την ύπαρξη των διαφόρων εαυτών μας το έκανα ήδη αυτό συχνά στην επικοινωνία με τους φίλους μου, π.χ. τους έδινα μια απάντηση, λέγοντας ότι τώρα σου μιλάει η Stavento-καμήλα. Έτσι η διαδικασία αυτή ήταν εύκολη και παιχνιδιάρικη. Κι έγινε ακόμα πιο παιχνιδιάρικη όταν τοποθετήσαμε στο κάθε «θέλω» – υποεαυτό, ένα στίχο από ένα τραγούδι που να το αντιπροσωπεύει.

Όταν δημιουργήσαμε τετράδες, είδα τα άλλα μέλη της ομάδας να προβληματίζονται πολύ πιο έντονα από εμένα για το ποια από τα θέλω μας ήταν πραγματικά δικά μας και ποια ήταν επιβεβλημένα από τον περίγυρό μας ή από την κοινωνία. Προσωπική μου άποψη είναι πως ό,τι κι αν ισχύει από τα δύο, εξακολουθούν να είναι δικά μας «θέλω» αφού επιλέγουμε να τα υπηρετήσουμε. Επίσης προβληματισμός υπήρξε και για τα «θέλω» που αφορούν άλλους ανθρώπους, που συχνά είναι κυρίαρχα στη ζωή μας. Ζώντας η ίδια ένα τέτοιο «θέλω» που εκφράζεται ως «θέλω ο μπαμπάς μου να τα καταφέρει στη δοκιμασία που περνάει» κατάλαβα πολύ καλά το άγχος που μας διακατέχει σε αυτές τις περιπτώσεις αφού νιώθουμε πως δεν περνάει απόλυτα από το χέρι μας, δεν είναι ένα «θέλω» για μας, αλλά επηρεάζει σημαντικά όλα τα άλλα θέλω μας.

Μετά μιλήσαμε για το ρόλο του κύριου εαυτού, ο οποίος βρίσκεται –σχηματικά– στη μέση και πρέπει κάθε φορά να αποφασίζει ποιον υποεαυτό θα ακούσει. Στη συνέχεια ακολούθησε μια άσκηση όπου είδαμε τον κύριο εαυτό να πρέπει να ακούσει τις «απόψεις» τριών υποεαυτών και να πάρει μια απόφαση. Στο τέλος φτάσαμε να ακούμε ένα βουητό, με τον κύριο εαυτό να στέκεται στη μέση απελπισμένος. Κάποια στιγμή φώναξε «σταματείστε!», ζήτησε λίγο χρόνο να ηρεμήσει, και μετά τους άκουσε όλους, έναν-έναν, δίνοντας στον καθένα το χρόνο του. Έτσι η απόφαση έγινε ευκολότερη.

Η εμπειρία συζητήθηκε στις ομάδες και καταλήξαμε πως όντως χρειάζεται εκπαίδευση και πολύ προσπάθεια για να μπορέσουμε να συντονίσουμε και να ελέγξουμε τους διάφορους υποεαυτούς και είναι αναγκαίο να «δημιουργούμε» χρόνο για να τους ακούμε, να επιλέγουμε ποιον ή ποιους θα υπηρετήσουμε κάθε φορά και πώς θα καταφέρουμε να τους συνθέτουμε ακόμα κι όταν η απόφαση πρέπει να είναι ακαριαία. Κάπως έτσι τελικά – μάλλον – το βουητό γίνεται μελωδία.

Σπάνια αναφέρομαι στο σεμινάριο, αλλά σήμερα ήταν πολύ μεγάλη ανάγκη για μένα και οι λόγοι ήταν δύο. Αρχικά, θεωρώ πως ήταν πολύ σημαντική για μένα αυτή καθαυτή η διεργασία, αλλά έκρυβε και μια έκπληξη. Όλοι έχουμε κάποια σοβαρά κολλήματα. Αν και στις ομάδες αισθάνομαι πολύ άνετα ακόμα κι όταν βρίσκομαι με άτομα που γνωρίζω ελάχιστα, αντιμετωπίζω σοβαρό πρόβλημα στο να εκτεθώ στην ολομέλεια μόνη μου, ως εκπρόσωπος αυτής. Ποτέ ως τώρα δεν προθυμοποιήθηκα να είμαι εκείνη που θα καταγράψει και θα ανακοινώσει στην ολομέλεια τα συμπεράσματά μας, χρησιμοποιώντας διάφορες δικαιολογίες όπως, «βαριέμαι, έλα τώρα κάντο εσύ, δεν είμαι καλή σε αυτά» κλπ. Χτες για πρώτη φορά είπα την αλήθεια, ότι κωλώνω. Η ομάδα με «ανάγκασε» να το κάνω. Και δεν ήταν δύσκολο. Ούτε ντροπιαστικό. Εντάξει, ψιλοέτρεμα, μάλλον κοκκίνησα αλλά το έκανα. Έχω να πω κάτι. Π., Θ., Μ., Α. σας ευχαριστώ πολύ, για την ενθάρρυνση, την υποστήριξη, την εμψύχωση. Είμαι πολύ τυχερή που βρίσκομαι σε αυτή την 25μελή ομάδα…

Δημοσιεύθηκε στο: on Νοεμβρίου 11, 2006 at 6:41 μμ Σχόλια (2)

Στο τέλος της υπομονής

Ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω πώς κάποιοι άνθρωποι βάζουν μια συνήθεια πάνω από την ποιότητα της ζωής τους. Πρέπει να φτάσουν στο μη περαιτέρω για να το καταλάβουν κι ίσως να μην το καταλάβουν ούτε εκεί.

Και εξηγούμαι. Ο λόγος για το τσιγάρο. Και μιλώ γνωρίζοντας τη γλύκα του αφού η ίδια είμαι καπνίστρια (κακώς και το αναγνωρίζω). Προσπαθώντας τον τελευταίο καιρό να το μειώσω βλέπω πως γενικά είναι εύκολο (είμαι στα 5-6 την ημέρα). Δυσκολεύει βέβαια σε ημέρες άγχους και στενοχώριας, καθώς τότε γίνεται «ανάγκη», και σε φάσεις εξόδου για καφέ ή ποτό γίνεται απαραίτητο συνοδευτικό. Αλλά ακόμα και τότε βάζω κάποιους στόχους και σε γενικές γραμμές τους τηρώ. Το θέμα όμως εδώ δεν είμαι εγώ…

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου ο μπαμπάς μου μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία. Για διαφορετικούς λόγους. Η πρώτη ήταν όταν εγώ ήμουν 2 ετών (1983) για πολύποδα στις φωνητικές χορδές (λες να είχε σχέση το ότι κάπνιζε ήδη εικοσι-κάτι χρόνια; Λεεες;;). Στη συνέχεια (1989) ακολούθησε ένα περιστατικό από ατύχημα στη δουλειά που του προκάλεσε ένα πρόβλημα στον αυχένα κι έμεινε ένα χειμώνα στο κρεβάτι αρχικά και μετά φορώντας νάρθηκα και κολλάρο. Και από εκεί αρχίζει το καλό… 1991: Γαστρορραγία, η δεύτερη στη σειρά (η πρώτη ήταν πριν γεννηθώ), 1994 (νομίζω) τρίτη γαστρορραγία, 1997 τέταρτη γαστρορραγία με μία από αυτές να του ρίχνει τον αιματοκρίτη στο 14 και να κινδυνέψει σοβαρά. Ο μπαμπάς έχει μια ιδιαιτερότητα. Άλλους ανθρώπους το τσιγάρο τους επηρεάζει στο αναπνευστικό (βήχα, προβλήματα στους πνεύμονες κλπ.), αυτόν τον πειράζει στο πεπτικό. Αφού λοιπόν τραβάει τα πάνδεινα με όλα αυτά αποφασίζει το σωτήριον έτος 1997 να το κόψει.

Το 2001 του παρουσιάστηκε πρόβλημα κακοήθειας στον οργανισμό του, ευτυχώς για εκείνον όχι πάρα πολύ σοβαρό, ιάσιμο, όχι μεταστάσιμο και αντιμετωπίζεται με εγχείρηση. Όμως, ένα χρόνο μετά, κάνει το λάθος να ξεκινήσει ξανά το τσιγάρο. Στην αρχή δεν του λέμε τίποτα καθώς πια καπνίζει «για το κέφι του», δηλαδή 5-6 τσιγάρα την ημέρα, με τον καφέ του, μετά το φαγητό κλπ. Αφού λοιπόν δεν το κάνει από άγχος, και «δεν του καλύπτει ανάγκες» (έτσι με μάθανε στα σεμινάρια – τρομάρα μου), δεν θα του κάνει και τόσο κακό. Σκεφτόμουν ακόμα τότε ότι δεν έχει λόγο πια να έχει πολύ άγχος και να στενοχωριέται αφού πια όλα έχουν μπει σε ένα δρόμο, τα παιδιά του έχουν χαράξει το δικό τους δρόμο, οπότε δεν πρόκειται να «κυλήσει». Λάθος μου. Ο μπαμπάς μου μπορεί να αγχωθεί μέχρι εγκεφαλικού αν με πάρει τηλέφωνο και δεν απαντήσω και χρειάζεται ηρωίνη, όχι απλά τσιγάρο για να ηρεμήσει. Οπότε μέχρι το 2004 το κάπνισμα είχε αυξηθεί και αισίως είχε ξαναφτάσει το πακέτο την ημέρα. Για να μην αναλύω περισσότερο, από τον τότε έχει φάει άλλες έξι εγχειρήσεις, με τις δύο τελευταίες πριν τρεις μήνες η προτελευταία και χθες η τελευταία, και με πολλές επώδυνες θεραπείες ενδιάμεσα. Προφανώς το κάπνισμα επιδεινώνει την κατάστασή του πάρα πολύ. Αν το κόψει, δεν είναι ότι δε θα κάνει καθόλου επεμβάσεις ξανά, αλλά μπορούν να μειωθούν στο 1/3.

Αυτό που με θύμωσε, ήταν όταν σήμερα το πρωί, τηλεφωνικά, του έκανα νύξη ότι πρέπει να κόψει το τσιγάρο. Τσαντίστηκε, και για να αποφύγει να μου κλείσει το τηλέφωνο, άλλαξε θέμα. Κι αυτό που με εξόργισε, ήταν όταν αργότερα, η αδερφή μου έστειλε μήνυμα λέγοντάς μου ότι αφού του είπα για το τσιγάρο, βγήκε στο μπαλκόνι του νοσοκομείου, να καπνίσει. Σημειωτέον, μέχρι τώρα έκανε επισκληρίδειο νάρκωση αλλά επειδή του δημιουργεί πόνους στα πόδια από αυτή τη φορά και μετά θα κάνει ολική νάρκωση. Τελικά όλα αυτά δεν επηρεάζουν τη ζωή του ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Δηλαδή δε θα πεθάνει από αυτό, αλλά αν συνεχίσει να υποτροπιάζει με αυτή τη συχνότητα θα κάνει 3-4 μπορεί και παραπάνω επεμβάσεις το χρόνο.

Αυτά δεν τα έγραψα για να σπείρω τον πανικό και τη μελαγχολία, αλλά πρώτον για να μας ενημερώσω όλους, κι εμένα πιο πολύ από όλους, και δεύτερον γιατί ζητάω ΒΟΗΘΕΙΑ. Όλοι είμαστε παιδιά κάποιου, και σε κάποιο γονιό έχουμε αδυναμία (ενίοτε και στους δύο). Δε μπορώ να βλέπω έναν άνθρωπο που λατρεύω να ταλαιπωρείται έτσι ενώ ξέρει τι πρέπει να κάνει, δεν έχω τρόπο να τον στηρίξω – γιατί κακά τα ψέματα, πρέπει να έχεις ένα στήριγμα, κάποιον να σε βοηθάει να κόψεις το κάπνισμα – και κάθε μου προσπάθεια καταλήγει σε καβγά και στη γνωστή φράση που με καταδιώκει 25 χρόνια ως ψυχολογικός εκβιασμός «έλα μη με στενοχωρείς τώρα».

Προσπαθώ να μπω στη θέση του, να τον καταλάβω αλλά μου είναι αδύνατο. Είναι σε μια ηλικία που μπορεί να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα, να ξεκουραστεί γιατί έχει δουλέψει πολύ και να χαρεί παιδιά κι εγγόνια. Πώς μπορεί να βάζει την απόλαυση που του προσφέρει ένα τσιγάρο πάνω από αυτά; Τι να κάνω για να τον πείσω ρε γαμώτο; Θέλω να του τα πω αλλά θα βάλω τα κλάματα, θέλω να του τα γράψω αλλά δε θα βρω ποτέ τη δύναμη να του δώσω το γράμμα. Πώς δείχνεις σε έναν άνθρωπο πόσο πολύ τον αγαπάς;

Δημοσιεύθηκε στο: on Νοεμβρίου 8, 2006 at 2:06 πμ Σχόλια (6)

Με μια βάρκα

null

Με μια βάρκα θα σε πάρω για να πάμε μακριά
στο κατάρτι της δεμένοι θα πνιγούμε στα φιλιά.

Με κουπιά κομματιασμένα, διπλωμένα τα πανιά
το κατάρτι η φυλακή μας και τα αστέρια η συντροφιά.

Κάιρο, Σαλονίκη, Γιβραλτάρ, Πειραιά
καπετάνιε κάνε στάση να κατέβουμε ανοιχτά.

Κύμα πάνω, κύμα κάτω με τον ήλιο στα μαλλιά
μες τα μάτια σου το δάκρυ έγινε δροσοσταλιά.

Μες τη μέση του πελάγους μια γοργόνα μάγισσα
τα σκοινιά με μια ματιά της ρίχνει μες τη θάλασσα.

Μικρές Περιπλανήσεις

Δημοσιεύθηκε στο: on Νοεμβρίου 4, 2006 at 12:08 πμ Γράψτε ένα σχόλιο