Παρασκευή μεσημέρι.
- Έλα μπαμπά, τι κάνετε;
- Τι να κάνουμε παιδί μου; Καίγεται ο τόπος.
- Έχει πλησιάσει η φωτιά;
- Όχι, καίγεται ο Πάρνωνας, δεν έχουμε δει τον ήλιο όλη την ημέρα.
Παρασκευή απόγευμα. Πηγαίνω στη Σπάρτη. Οι καπνοί φαίνονται από την έξοδο στη σύραγγα στο Αρτεμήσιο. Οι κοιλάδα του Ευρώτα είναι σκοτεινή, λες και πρόκειται να βρέξει… αλλά δε θα βρέξει. Μόνο στάχτη βρέχει.
Η αδερφή μου κλεισμένη στο σπίτι. Με το μωρό. Φοβάμαι, εγώ δυσκολεύομαι να ανασάνω. Εκείνο το μικρό; Τη βλέπω έτοιμη να βάλει τα κλάματα να του ψιθυρίζει: σε τι κόσμο σε έφερα;
Το έχω ξαναζήσει το έργο. Οι φωτιές δεν είναι κάτι καινούργιο για μας. Από την αρχή του καλοκαιριού πάντα, γεμίζουμε σπίτι ένα δίτονο βυτιοφόρο και βαρέλια με νερό, για να είμαστε έτοιμοι. Οι μεγαλύτερες ήταν το ’88 νομίζω. Ή το ’87; Άνθρωποι δεν κάηκαν όμως τότε. Μικρό παιδί ήμουν και θυμάμαι το μπαμπά μου να έχει πάει στα χωριά για να βοηθήσει.
Δεν κινδυνεύουμε άμεσα. Όμως είναι φωτιά. Και είμαστε περικυκλωμένοι. Νότια καίγεται η Μάνη, ανατολικά ο Πάρνωνας με τις πιο κοντινές εστίες στα 5 περίπου χιλιόμετρα απόσταση. Δυτικά ο Ταΰγετος. Βόρεια κατεβαίνει η φωτιά από τη Μεγαλόπολη.
Η μεγάλος μου ανηψιός με ματάκια κόκκινα από τους καπνούς ρωτάει: ‘Μαμά θα έρθει στο σπίτι μας η φωτιά;’ ‘Όχι αγάπη μου’, του απαντάμε, ‘είμαστε μέσα στην πόλη, δεν έχουμε δέντρα, η φωτιά δεν καίει το τσιμέντο.’ (Εκεί φτάσαμε, να χαιρόμαστε που είμαστε στα τσιμέντα) ‘Κι ο παππούς και η γιαγιά που είναι στο χωριό; Θα πάει εκεί η φωτιά;’, ‘Όχι καρδιά μου, κι αν πάει, θα πάμε να τους πάρουμε να έρθουν εδώ να κοιμηθούν.’
Παρακολουθώ τη φωτιά κι αισθάνομαι σαν Νέρωνας. Νιώθω τύψεις που δεν είμαι εκεί να βοηθήσω.
Περπατάω στην πόλη. Οι άνθρωποι δε μιλούν. Μόνο πότε- πότε παρακαλούν να τελειώσει ο εφιάλτης. Βλέπω κλούβες της αστυνομίας να μεταφέρουν κόσμο από τα χωριά του Πάρνωνα, παππούδες με άδεια βλέμματα και κορμιά κατάκοπα να προσπαθούν να καταλάβουν τι γίνεται.
Είναι Κυριακή και καμιά φωτιά δε σβήνει. Πρέπει να γυρίσω στην Αθήνα. Στο ΚΤΕΛ περιμένουμε 2 ώρες και δε μας επιτρέπουν να ξεκινήσουμε. Η φωτιά είναι στο Αλεποχώρι. Τελικά μας επιτρέπουν. 10 χιλιόμετρα μετά τη Σπάρτη, σταματάμε. Δεκάδες αυτοκίνητα και 5-6 λεωφορεία μποτιλιαρισμένα σε ένα σημείο που η αναστροφή είναι δύσκολη. 100 μέτρα πιο πάνω είναι η αστυνομία και δε μας αφήνει να περάσουμε. Μένουμε εκεί 1,5 ώρα κι ο καπνός πυκνώνει. Ούτε μπρος ούτε πίσω. Και κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη της απόφασης. ‘Ελάτε να με πάρετε, άρχισα να φοβάμαι, ο ήλιος χάθηκε πάλι, δεν ξέρουμε πόσο κοντά είναι η φωτιά, ούτε μας λένε τι να κάνουμε. Αυτοκίνητα δεν περνούν, ελάτε με μηχανάκι.’ Γυρνώντας, ο καπνός είναι τόσο πυκνός που δυσκολεύομαι να αναπνεύσω.
Παίρνω τηλέφωνο έναν καλό μου φίλο. Η φωτιά πλησιάζει το χωριό του. Η γιαγιά του αρνείται να φύγει. ‘Δεν αφήνω εγώ το σπίτι μου’, λέει. Λίγες ώρες μετά ο αέρας αλλάζει φορά και ο κίνδυνος απομακρύνεται.
Δύο πυροσβέστες ξέρω στη Σπάρτη και είναι και οι δύο σε άδεια. Δεν κατηγορώ τους ίδιους κατηγορώ εκείνους που τους την έδωσαν καταμεσίς του Αυγούστου.
Δεν ξέρω για θεωρίες συνωμοσίας, ξέρω όμως για ποιο λόγο δεν κάηκαν άλλοι άνθρωποι εκτός από τους 6 Αρεόπολης. Ξέρω γιατί η φωτιά δεν έφτασε στη Σπάρτη, γιατί παρά το γεγονός ότι περιστοιχιζόμαστε από δύο βουνά με πολύ πυκνή βλάστηση, δεν κάηκε ολόκληρη η Λακωνία. Γιατί οι άνθρωποι εκεί, γνωρίζουμε πως μας έχουν γραμμένους. Γιατί δεν περιμέναμε ούτως ή άλλως τίποτα από την ανύπαρκτη πολιτεία. Μόνοι τους φρόντισαν οι Λάκωνες να μη γίνει ο τόπος τους σαν την Ηλεία (και μεγάλη κουβέντα δε λέω, γιατί δεν έχουν σβήσει ακόμα οι φωτιές). 200 εθελοντές, αγρότες κυρίως, με τα προσωπικά τους βυτιοφόρα πήγαν και βοήθησαν αν όχι στην κατάσβεση, τουλάχιστον στη μη επέκταση προς άλλα χωριά.
Η πρόληψη της πολιτείας για τις πυρκαγιές ήταν να απαγορέψει στους αγρότες να κάψουν τα κομμένα κλαδιά στα χωράφια τους μετά τις 10 Απριλίου – πολύ νωρίτερα από άλλες χρονιές, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μην προλάβουν και τώρα τα κλαδιά να βρίσκονται ξερά μέσα στα χωράφια και να κάνουν το έργο της πυρκαγιάς ευκολότερο.
Γυρνώντας πίσω, Δευτέρα πρωί πια, περνώ δίπλα από δέντρα που ακόμα καπνίζουν… 4ο βράδυ και βλέπω στον ύπνο μου πως καίγεται το σπίτι στο χωριό. Και δεν τον έζησα τον εφιάλτη «από πρώτο χέρι». Ποιο χρηματικό ποσό μπορεί να κάνει τους ανθρώπους που το έζησαν όλο αυτό το μαρτύριο να ξανακοιμηθούν τη νύχτα;